Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
γαλλικά
αγγλικά
I. volant (volante) [vɔlɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ
II. volant ΟΥΣ αρσ
1. volant (de voiture):
3. volant (réserve):
- forteresse volante ΑΕΡΟ
-
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
volant [vɔlɑ̃] ΟΥΣ αρσ
1. volant ΑΥΤΟΚ:
4. volant ΑΘΛ:
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά