Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
αγγλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
αγγλικά
γαλλικά
airtight [ˈeətaɪt, αμερικ ˈer-] ΕΠΊΘ
- airtight
-
γαλλικά
αγγλικά
- hermétique (à l'air)
- airtight
στο λεξικό PONS
αγγλικά
γαλλικά
airtight [ˈer·taɪt] ΕΠΊΘ
- airtight
-
γαλλικά
αγγλικά
- hermétique (à l'air)
- airtight
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.