Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. arrest [βρετ əˈrɛst, αμερικ əˈrɛst] ΟΥΣ ΝΟΜ

II. arrest [βρετ əˈrɛst, αμερικ əˈrɛst] ΡΉΜΑ μεταβ

1. arrest police:

2. arrest (halt):

arrest decline, development, disease
arrest spread

3. arrest (attract):

arrest attention, gaze

III. arrest [βρετ əˈrɛst, αμερικ əˈrɛst] ΡΉΜΑ αμετάβ ΙΑΤΡ

cardiac arrest ΟΥΣ

unlawful arrest ΟΥΣ

house arrest ΟΥΣ

citizen's arrest ΟΥΣ

arrest warrant ΟΥΣ

arrest of judgment ΟΥΣ ΝΟΜ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. arrest [əˈrest] ΡΉΜΑ μεταβ a. ΝΟΜ

arrest growth

II. arrest [əˈrest] ΟΥΣ ΝΟΜ

house arrest ΟΥΣ

prior arrest, conviction
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. arrest [ə·ˈrest] ΡΉΜΑ μεταβ a. ΝΟΜ

II. arrest [ə·ˈrest] ΟΥΣ ΝΟΜ

house arrest ΟΥΣ

prior arrest, conviction
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
Present
Iarrest
youarrest
he/she/itarrests
wearrest
youarrest
theyarrest
Past
Iarrested
youarrested
he/she/itarrested
wearrested
youarrested
theyarrested
Present Perfect
Ihavearrested
youhavearrested
he/she/ithasarrested
wehavearrested
youhavearrested
theyhavearrested
Past Perfect
Ihadarrested
youhadarrested
he/she/ithadarrested
wehadarrested
youhadarrested
theyhadarrested

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

dev
dev
dev
dev