Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. boss [βρετ bɒs, αμερικ bɔs] ΟΥΣ

1. boss οικ:

patron/-onne αρσ/θηλ

2. boss (stud):

umbo αρσ
bossage αρσ
tourteau αρσ
moyeu αρσ

II. boss [βρετ bɒs, αμερικ bɔs] ΕΠΊΘ οικ αμερικ

I. boss about ΡΉΜΑ [βρετ bɒs -, αμερικ bɔs -] οικ, boss around ΡΉΜΑ οικ (boss [sb] about)

boss-eyed [βρετ ˈbɒsʌɪd, αμερικ bɔsˈaɪd, bɑsˈaɪd] ΕΠΊΘ βρετ οικ

BOSS [bɒs] ΟΥΣ

BOSS ΙΣΤΟΡΊΑ → Bureau of State Security

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
taulier (taulière)
le (grand) sachem μτφ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. boss1 [bɒs, αμερικ bɑ:s] ΟΥΣ a. οικ

chef αρσ

II. boss1 [bɒs, αμερικ bɑ:s] ΡΉΜΑ μεταβ μειωτ οικ

boss2 [bɒs, αμερικ bɑ:s] ΕΠΊΘ αμερικ οικ

στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. boss1 [bas] ΟΥΣ a. οικ

chef αρσ

II. boss1 [bas] ΡΉΜΑ μεταβ μειωτ οικ

boss2 [bas] ΕΠΊΘ οικ

Present
Iboss
youboss
he/she/itbosses
weboss
youboss
theyboss
Past
Ibossed
youbossed
he/she/itbossed
webossed
youbossed
theybossed
Present Perfect
Ihavebossed
youhavebossed
he/she/ithasbossed
wehavebossed
youhavebossed
theyhavebossed
Past Perfect
Ihadbossed
youhadbossed
he/she/ithadbossed
wehadbossed
youhadbossed
theyhadbossed

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

dev
dev
dev
dev