Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
αγγλικά
γαλλικά
chose [βρετ tʃəʊz, αμερικ tʃoʊz] απλ παρελθ
chose → choose
Βλέπε επίσης
I. choose <απλ παρελθ chose; μετ παρακειμ chosen> [βρετ tʃuːz, αμερικ tʃuz] ΡΉΜΑ μεταβ
1. choose (select):
II. choose <απλ παρελθ chose; μετ παρακειμ chosen> [βρετ tʃuːz, αμερικ tʃuz] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. choose (select):
I. choose <απλ παρελθ chose; μετ παρακειμ chosen> [βρετ tʃuːz, αμερικ tʃuz] ΡΉΜΑ μεταβ
1. choose (select):
II. choose <απλ παρελθ chose; μετ παρακειμ chosen> [βρετ tʃuːz, αμερικ tʃuz] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. choose (select):
- impartially act, choose, decide, judge
-
γαλλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS
αγγλικά
γαλλικά
chose [tʃəʊz, αμερικ tʃoʊz] ΡΉΜΑ
chose παρελθ of choose
στο λεξικό PONS
αγγλικά
γαλλικά