Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. feeling [βρετ ˈfiːlɪŋ, αμερικ ˈfilɪŋ] ΟΥΣ

1. feeling (emotion):

to spare sb's feelings
to hurt sb's feelings

2. feeling (opinion, belief):

5. feeling (physical sensation):

7. feeling (instinct):

don αρσ (for pour)

II. feeling [βρετ ˈfiːlɪŋ, αμερικ ˈfilɪŋ] ΕΠΊΘ

feeling person
feeling gesture, remark

fellow feeling ΟΥΣ

ill feeling ΟΥΣ

cork up μτφ feelings
pent-up feelings
inconstant conditions, feelings, temperature
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
feelings πλ , affectivity ειδικ ορολ
guilt feelings πλ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

hard feelings ΟΥΣ

hard feelings

feeling ΟΥΣ

1. feeling (emotion, sensation):

to hurt sb's feelings

2. feeling (impression, air):

3. feeling (opinion):

opinion θηλ

4. feeling no πλ (physical sensation):

5. feeling (natural talent):

sens αρσ inné

fellow feeling ΟΥΣ

elemental feelings, needs
concealment of information, evidence, feelings
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
feelings πλ
to pour out one's feelings to sb
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

feeling ΟΥΣ

1. feeling (emotion, sensation):

to hurt sb's feelings

2. feeling (impression, air):

3. feeling (opinion):

opinion θηλ

4. feeling (physical sensation):

5. feeling (natural talent):

sens αρσ inné

fellow feeling ΟΥΣ

concealment of information, evidence, feelings
elemental feelings, needs
consult one's feelings
hidden feelings, talent
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
feelings πλ

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

dev
dev
dev
dev