Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
αγγλικά
γαλλικά
gift [βρετ ɡɪft, αμερικ ɡɪft] ΟΥΣ
1. gift (present):
2. gift (donation):
3. gift (talent):
gift certificate ΟΥΣ αμερικ
gift aid [ˈɡɪft eɪd, αμερικˈɡɪft ˌeɪd] ΟΥΣ βρετ
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS
αγγλικά
γαλλικά
gift certificate ΟΥΣ
γαλλικά
αγγλικά
-
- gifts