Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. jail [βρετ dʒeɪl, αμερικ dʒeɪl] ΟΥΣ

jail
prison θηλ
to be in/go to jail
être/aller en prison (for sth pour qc)
to go to jail for 10 years
προσδιορ jail sentence
peine θηλ de prison

II. jail [βρετ dʒeɪl, αμερικ dʒeɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

jail ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ, ΝΟΜ
incarcérer (for sth pour qc)
county προσδιορ boundary, team, agent, jail
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
jail
reléguer ΙΣΤΟΡΊΑ, ΝΟΜ (emprisonner)

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. jail [dʒeɪl] ΟΥΣ

jail
prison θηλ
to put sb in jail

II. jail [dʒeɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

serve out a jail sentence
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. jail [dʒeɪl] ΟΥΣ

jail
prison θηλ
to put sb in jail

II. jail [dʒeɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

to haul sb off to jail
serve out jail sentence
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
Present
Ijail
youjail
he/she/itjails
wejail
youjail
theyjail
Past
Ijailed
youjailed
he/she/itjailed
wejailed
youjailed
theyjailed
Present Perfect
Ihavejailed
youhavejailed
he/she/ithasjailed
wehavejailed
youhavejailed
theyhavejailed
Past Perfect
Ihadjailed
youhadjailed
he/she/ithadjailed
wehadjailed
youhadjailed
theyhadjailed

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "jail" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev