Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
αγγλικά
γαλλικά
lover [βρετ ˈlʌvə, αμερικ ˈləvər] ΟΥΣ
1. lover (sexual partner):
book lover ΟΥΣ
- book lover
- bibliophile αρσ θηλ
Latin lover ΟΥΣ
- Latin lover
-
στο λεξικό PONS
αγγλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά