Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
αγγλικά
γαλλικά
mischievous [βρετ ˈmɪstʃɪvəs, αμερικ ˈmɪstʃɪvəs] ΕΠΊΘ
1. mischievous (playful):
2. mischievous (harmful):
- mischievous λογοτεχνικό
-
στο λεξικό PONS
αγγλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
αγγλικά
γαλλικά
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.