Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

mischievous [βρετ ˈmɪstʃɪvəs, αμερικ ˈmɪstʃɪvəs] ΕΠΊΘ

1. mischievous (playful):

mischievous child, comedy, humour
mischievous smile, eyes

2. mischievous (harmful):

mischievous λογοτεχνικό
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
facétieux (facétieuse)
mischievous
malicieux (malicieuse)
mischievous
fripon (friponne)
mischievous
espiègle enfant, humour
mischievous, impish προσδιορ
espiègle air, regard
mischievous
mischievous
mutin (mutine)
mischievous
farceur (farceuse)
mischievous
être farceur enfant:
to be mischievous

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

mischievous [ˈmɪstʃɪvəs, αμερικ -tʃə-] ΕΠΊΘ

1. mischievous (mocking):

mischievous child, grin

2. mischievous (mean):

mischievous person, remark
mischievous antics
mischievous rumours
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
mischievous
mischievous
mischievous
mischievous
fripon(ne)
mischievous
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

mischievous [ˈmɪs·tʃə·vəs] ΕΠΊΘ

1. mischievous (mocking):

mischievous child, grin

2. mischievous (mean):

mischievous person, remark
mischievous antics
mischievous rumors
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
mischievous
mischievous
mischievous
mischievous
fripon(ne)
mischievous
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Αναζήτηση "mischievous" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev