Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. overtime [βρετ ˈəʊvətʌɪm, αμερικ ˈoʊvərˌtaɪm] ΟΥΣ

1. overtime (extra hours):

overtime

2. overtime:

overtime, a. overtime pay (extra pay)

3. overtime αμερικ ΑΘΛ:

overtime
prolongations θηλ πλ

II. overtime [βρετ ˈəʊvətʌɪm, αμερικ ˈoʊvərˌtaɪm] ΕΠΊΡΡ

to work overtime person: κυριολ, μτφ
to work overtime imagination:

overtime ban ΟΥΣ

overtime rate ΟΥΣ

sudden death overtime ΟΥΣ αμερικ ΑΘΛ

to put in for transfer, overtime
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
to play overtime αμερικ
heures supplémentaires, heures sup οικ ΕΜΠΌΡ
overtime

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

overtime ΟΥΣ

1. overtime (extra work):

overtime

2. overtime αμερικ ΑΘΛ:

overtime
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
overtime + ρήμα ενικ
to do overtime
overtime αμερικ
to play in overtime αμερικ
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

overtime ΟΥΣ

1. overtime (extra work):

overtime

2. overtime sports:

overtime
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
overtime + ρήμα ενικ
overtime
to play in overtime
to work overtime

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "overtime" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev