Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

bobby socks, bobby sox ΟΥΣ ουσ πλ

bobby socks
socquettes θηλ πλ

I. sock <αμερικ pl socks or sox> [βρετ sɒk, αμερικ sɑk] ΟΥΣ

1. sock (footwear):

chaussette θηλ

2. sock ΑΕΡΟ:

manche θηλ à air

3. sock (punch):

sock οικ
beigne θηλ οικ

II. sock [βρετ sɒk, αμερικ sɑk] ΡΉΜΑ μεταβ οικ

III. sock [βρετ sɒk, αμερικ sɑk]

to put a sock in it οικ
la boucler οικ
to pull one's socks up οικ

ankle sock ΟΥΣ

air sock ΟΥΣ

manche θηλ à air

wind-sleeve, wind-sock ΟΥΣ

mismatched knives, forks, socks
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

sock1 [sɒk, αμερικ sɑ:k] ΟΥΣ

sock (foot cover):

chaussette θηλ
ankle socks

ιδιωτισμοί:

to blow sb's socks off οικ
to pull one's socks up οικ
put a sock in it! ειρων οικ

I. sock2 [sɒk, αμερικ sɑ:k] ΡΉΜΑ μεταβ

1. sock οικ (hit):

2. sock μτφ:

II. sock2 [sɒk, αμερικ sɑ:k] ΟΥΣ οικ

beigne θηλ

ankle sock ΟΥΣ βρετ

mend socks
odd socks
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

sock1 <-s [or sox]> [sak] ΟΥΣ

sock (for foot):

chaussette θηλ
ankle socks

ιδιωτισμοί:

to knock sb's socks off οικ
put a sock in it! οικ

I. sock2 [sak] οικ ΡΉΜΑ μεταβ

1. sock (hit):

2. sock μτφ:

II. sock2 [sak] οικ ΟΥΣ

beigne θηλ
mend socks
to knock sb's socks off αργκ
odd glove, sock
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
Present
Isock
yousock
he/she/itsocks
wesock
yousock
theysock
Past
Isocked
yousocked
he/she/itsocked
wesocked
yousocked
theysocked
Present Perfect
Ihavesocked
youhavesocked
he/she/ithassocked
wehavesocked
youhavesocked
theyhavesocked
Past Perfect
Ihadsocked
youhadsocked
he/she/ithadsocked
wehadsocked
youhadsocked
theyhadsocked

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

ankle socks
to blow sb's socks off οικ
to pull one's socks up οικ
put a sock in it! ειρων οικ
dev
dev
dev
dev