Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. weep [βρετ wiːp, αμερικ wip] ΟΥΣ

II. weep <απλ παρελθ, μετ παρακειμ wept> [βρετ wiːp, αμερικ wip] ΡΉΜΑ μεταβ

III. weep <απλ παρελθ, μετ παρακειμ wept> [βρετ wiːp, αμερικ wip] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. weep (cry):

weep
pleurer (over sur)
to weep with relief, joy, exhaustion
to weep for sb

2. weep (ooze):

weep wound, wall, joint:
wretchedly say, gaze, weep
hopelessly speak, weep
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
pleurer enfant, adulte:
to cry, to weep

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. weep <wept, wept> [wi:p] ΡΉΜΑ αμετάβ

to weep over sb/sth
pleurer sur qn/qc

II. weep <wept, wept> [wi:p] ΡΉΜΑ μεταβ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
to weep
to make sb weep
to weep over sth
suinter de qc plaie
to weep sth
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. weep <wept, wept> [wip] ΡΉΜΑ αμετάβ

to weep over sb/sth
pleurer sur qn/qc

II. weep <wept, wept> [wip] ΡΉΜΑ μεταβ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
to weep
to make sb weep
to weep over sth
suinter de qc plaie
to weep sth
Present
Iweep
youweep
he/she/itweeps
weweep
youweep
theyweep
Past
Iwept
youwept
he/she/itwept
wewept
youwept
theywept
Present Perfect
Ihavewept
youhavewept
he/she/ithaswept
wehavewept
youhavewept
theyhavewept
Past Perfect
Ihadwept
youhadwept
he/she/ithadwept
wehadwept
youhadwept
theyhadwept

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "weep" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev