Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. mémoire [memwaʀ] ΟΥΣ αρσ

1. mémoire ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ (rapport):

2. mémoire ΠΑΝΕΠ (exposé):

3. mémoire ΝΟΜ:

4. mémoire (pour coûts):

II. mémoire [memwaʀ] ΟΥΣ θηλ

1. mémoire (faculté):

III. Mémoires ΟΥΣ αρσ πλ

Mémoires αρσ πλ ΛΟΓΟΤ (souvenirs):

Mémoires

V. mémoire [memwaʀ]

aide-mémoire <πλ aide-mémoire, aide-mémoires> [ɛdmemwaʀ] ΟΥΣ αρσ

aide-mémoire τυπικ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
Mémoires αρσ πλ (of, on sur)

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

mémoire1 [memwaʀ] ΟΥΣ θηλ

1. mémoire (capacité):

mémoire2 [memwaʀ] ΟΥΣ αρσ

1. mémoire πλ (journal):

2. mémoire (dissertation):

3. mémoire (exposé):

aide-mémoire [ɛdmemwaʀ] ΟΥΣ αρσ αμετάβλ

1. aide-mémoire ΣΧΟΛ:

2. aide-mémoire (feuille):

aide-mémoire τυπικ
intituler un livre “Mémoires”
être intitulé “Mémoires”
s'intituler “Mémoires”
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
mémoire αρσ
mémoires fpl
mémoires fpl
aide-mémoire αρσ αμετάβλ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

mémoire1 [memwaʀ] ΟΥΣ θηλ

1. mémoire (capacité):

2. mémoire inform:

mémoire2 [memwaʀ] ΟΥΣ αρσ

1. mémoire πλ (journal):

2. mémoire (dissertation):

3. mémoire (exposé):

aide-mémoire [ɛdmemwaʀ] ΟΥΣ αρσ αμετάβλ

1. aide-mémoire ΣΧΟΛ:

2. aide-mémoire (feuille):

aide-mémoire τυπικ
intituler un livre “Mémoires”
être intitulé “Mémoires”
s'intituler “Mémoires”
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
mémoire αρσ
mémoires mpl
mémoires fpl
mémoire θηλ
mémoire θηλ

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

dev
dev
dev
dev