Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
γαλλικά
αγγλικά
avocat [avɔka] ΟΥΣ αρσ
1. avocat ΝΟΜ:
2. avocat μτφ:
3. avocat:
avocat-conseil <πλ avocats-conseils> [avɔkakɔ̃sɛj] ΟΥΣ αρσ
- avocat-conseil
-
αγγλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
avocat [avɔka] ΟΥΣ αρσ
- avocat
-
avocat(e) [avɔka, at] ΟΥΣ αρσ(θηλ)
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)
avocat αρσ
- avocat
-