Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

avocat [avɔka] ΟΥΣ αρσ

1. avocat ΝΟΜ:

avocat (gén)
avocat (gén)
≈ solicitor βρετ
avocat (gén)
≈ attorney (at law) αμερικ
avocat (au barreau)
barrister βρετ
avocat (au barreau)
(trial) lawyer αμερικ
avocat de la défense
defense attorney αμερικ
prosecuting attorney αμερικ

2. avocat μτφ:

avocat (d'une idée)
advocate (de of)
avocat (d'une cause, personne)
champion (de of)
to champion sb/sth

3. avocat:

avocat ΒΟΤ, ΜΑΓΕΙΡ
avocat à la cour
barrister βρετ
avocat à la cour
avocat d'entreprise
corporate lawyer βρετ
avocat d'entreprise
corporation lawyer αμερικ

avocat-conseil <πλ avocats-conseils> [avɔkakɔ̃sɛj] ΟΥΣ αρσ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
avocat αρσ
avocado προσδιορ salad, mousse
avocat αρσ retors
avocat-conseil/avocate-conseil αρσ/θηλ
avocat/-e αρσ/θηλ
avocat αρσ principal
avocat αρσ plaidant
avocat αρσ général
avocat/-e αρσ/θηλ

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

avocat [avɔka] ΟΥΣ αρσ

avocat

avocat(e) [avɔka, at] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

avocat(e) (profession)
avocat(e) (notaire)
solicitor βρετ
avocat(e) (notaire)
attorney αμερικ

ιδιωτισμοί:

avocat marron
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
avocat αρσ
avocat(e) αρσ (θηλ)
avocat(e) αρσ (θηλ)
avocat(e) αρσ (θηλ)
avocat(e) αρσ (θηλ) général(e)
avocat(e) αρσ (θηλ)
avocat(e) αρσ (θηλ)
avocat αρσ de la couronne
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

avocat(e) [avɔka, at] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

avocat(e) (profession)
avocat(e) (notaire)

avocat [avɔka] ΟΥΣ αρσ

avocat
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
avocat(e) αρσ (θηλ)
avocat αρσ
avocat(e) αρσ (θηλ)
avocat (e) αρσ (θηλ) général(e)
avocat(e) αρσ (θηλ)
avocat αρσ du diable
avocat(e) αρσ (θηλ)
avocat(e) αρσ (θηλ)

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

avocat αρσ

avocat

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "avocat" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev