Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

bouillon [bujɔ̃] ΟΥΣ αρσ

1. bouillon (potage):

bouillon

2. bouillon (liquide de cuisson, concentré):

bouillon

3. bouillon (de liquide qui bout):

bouillon

4. bouillon (en couture):

bouillon

5. bouillon (publications invendues):

le bouillon
bouillon de culture ΒΙΟΛ
bouillon de culture μτφ
hotbed (pour of)
bouillon gras ΜΑΓΕΙΡ

ιδιωτισμοί:

prendre ou boire un bouillon (en affaires)
to take a tumble οικ
Βλέπε επίσης

I. onze [ɔ̃z] Onze novembre ΕΠΊΘ αμετάβλ

II. onze [ɔ̃z] Onze novembre ΑΝΤΩΝ

III. onze [ɔ̃z] Onze novembre

court-bouillon <πλ courts-bouillons> [kuʀbujɔ̃] ΟΥΣ αρσ

court-bouillon
court-bouillon
au court-bouillon
in a court-bouillon
dégraissé (dégraissée) bouillon
with the fat skimmed off προσδιορ, après ουσ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
bouillon
bouillon αρσ
bouillon-cube ® αρσ
bouillon αρσ de culture
bouillon αρσ de poule
bouillon αρσ de bœuf
bouillon αρσ de bœuf
bouillon αρσ de sorcière also μτφ

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

bouillon [bujɔ̃] ΟΥΣ αρσ

1. bouillon (soupe):

bouillon
bouillon cube

2. bouillon (bouillonnement):

bouillon

3. bouillon ΒΙΟΛ:

bouillon de culture μτφ

court-bouillon <courts-bouillons> [kuʀbujɔ̃] ΟΥΣ αρσ

court-bouillon
ensemencer bouillon de culture
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
bouillon-cube ® αρσ
bouillon αρσ
bouillon αρσ
bouillon αρσ de poule
bouillon αρσ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

bouillon [bujo͂] ΟΥΣ αρσ

1. bouillon (soupe):

bouillon

2. bouillon (bouillonnement):

bouillon

3. bouillon ΒΙΟΛ:

bouillon de culture μτφ

bouillon-cube <bouillons-cubes> [bujo͂kyb] ΟΥΣ αρσ

bouillon-cube
bouillon cube

court-bouillon <courts-bouillons> [kuʀbujo͂] ΟΥΣ αρσ

court-bouillon
ensemencer bouillon de culture
maigre bouillon
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
bouillon αρσ
bouillon cube
bouillon-cube αρσ
bouillon αρσ
bouillon αρσ de poule
bouillon αρσ

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "bouillon" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev