Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. bours|ier (boursière) [buʀsje, ɛʀ] ΕΠΊΘ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

boursier (boursière) indice, milieu, cotation, activités, valeur
stock exchange, stock market προσδιορ
boursier (boursière) semaine, mois
trading προσδιορ

II. bours|ier (boursière) [buʀsje, ɛʀ] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

boursier (boursière) ΣΧΟΛ, ΠΑΝΕΠ (pour raisons financières)
grant holder βρετ
boursier (boursière) ΣΧΟΛ, ΠΑΝΕΠ (pour raisons financières)
scholarship recipient αμερικ
boursier (boursière) (pour mérite)
scholar βρετ
boursier (boursière) (pour mérite)
scholarship recipient αμερικ

III. bours|ier ΟΥΣ αρσ

bours|ier αρσ ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
transactions θηλ πλ boursières
boursier/-ière αρσ/θηλ
transactions θηλ πλ (boursières)
stock market crash, rumours, trading, slump, raid

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. boursier1 (-ière) [buʀsje, -jɛʀ] ΕΠΊΘ

II. boursier1 (-ière) [buʀsje, -jɛʀ] ΟΥΣ αρσ, θηλ

boursier (-ière)

I. boursier2 (-ière) [buʀsje, -jɛʀ] ΕΠΊΘ (relatif à la Bourse)

boursier (-ière)
Stock Exchange [or Market αμερικ]

II. boursier2 (-ière) [buʀsje, -jɛʀ] ΟΥΣ αρσ, θηλ (professionnel de la Bourse)

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
boursier(-ière) αρσ (θηλ)
valeurs fpl (boursières)
boursier(-ière) αρσ (θηλ)
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. boursier1 (-ière) [buʀsje, -jɛʀ] ΕΠΊΘ

II. boursier1 (-ière) [buʀsje, -jɛʀ] ΟΥΣ αρσ, θηλ

I. boursier2 (-ière) [buʀsje, -jɛʀ] ΕΠΊΘ (relatif à la Bourse)

boursier (-ière)

II. boursier2 (-ière) [buʀsje, -jɛʀ] ΟΥΣ αρσ, θηλ (professionnel de la Bourse)

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
boursier(-ère) αρσ (θηλ)
valeurs fpl (boursières)
boursier(-ère) αρσ (θηλ)

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

dev
dev
dev
dev