Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
γαλλικά
αγγλικά
chaussure [ʃosyʀ] ΟΥΣ θηλ
1. chaussure:
2. chaussure:
αγγλικά
γαλλικά
-
- chaussures θηλ πλ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
chaussure [ʃosyʀ] ΟΥΣ θηλ
αγγλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
chaussure [ʃosyʀ] ΟΥΣ θηλ
αγγλικά
γαλλικά