Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. déçu (déçue) [desy] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ

déçu → décevoir

II. déçu (déçue) [desy] ΕΠΊΘ

déçu (déçue) personne
disappointed (de ou par by)
déçu (déçue) espoir

III. déçu (déçue) [desy] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

Βλέπε επίσης

I. décevoir [desəvwaʀ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. décevoir (ne pas répondre aux espoirs de):

2. décevoir (tromper):

décevoir espoir
to fail to fulfil βρετ

II. décevoir [desəvwaʀ] ΡΉΜΑ αμετάβ

I. décevoir [desəvwaʀ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. décevoir (ne pas répondre aux espoirs de):

2. décevoir (tromper):

décevoir espoir
to fail to fulfil βρετ

II. décevoir [desəvwaʀ] ΡΉΜΑ αμετάβ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. déçu(e) [desy] ΡΉΜΑ

déçu μετ passé de décevoir

II. déçu(e) [desy] ΕΠΊΘ

III. déçu(e) [desy] ΟΥΣ αρσ(θηλ) souvent πλ

Βλέπε επίσης

décevoir [des(ə)vwaʀ] ΡΉΜΑ μεταβ

décevoir [des(ə)vwaʀ] ΡΉΜΑ μεταβ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. déçu(e) [desy] ΡΉΜΑ

déçu μετ passé de décevoir

II. déçu(e) [desy] ΕΠΊΘ

III. déçu(e) [desy] ΟΥΣ αρσ(θηλ) souvent πλ

Βλέπε επίσης

décevoir [des(ə)vwaʀ] ΡΉΜΑ μεταβ

décevoir [des(ə)vwaʀ] ΡΉΜΑ μεταβ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

dev
dev
dev
dev