Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

sage-femme, sagefemme <πλ sages-femmes, sagefemmes> [saʒfam] ΟΥΣ θηλ

I. femme [fam] ΟΥΣ θηλ

1. femme (adulte de sexe féminin):

2. femme (comme archétype):

3. femme (épouse):

prendre femme παρωχ
to take a wife παρωχ
to take sb to wife αρχαϊκ

II. femme(-) ΣΎΝΘ

lady doctor παρωχ

IV. femme [fam]

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
les femmes θηλ πλ
les femmes θηλ πλ
les femmes θηλ πλ
soirée θηλ ouverte aux femmes
mouvement αρσ des femmes
prison θηλ de femmes

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

femme [fam] ΟΥΣ θηλ

1. femme (↔ homme):

2. femme (épouse):

ma/ta bonne femme μειωτ οικ

3. femme (adulte):

sage-femme <sages-femmes> [saʒfam] ΟΥΣ θηλ

femme-enfant <femmes-enfants> [famɑ̃fɑ̃] ΟΥΣ θηλ

ex-femme <ex-femmes> [ɛksfam] ΟΥΣ θηλ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
femmes fpl
les femmes fpl
homme αρσ à femmes
≈ association θηλ de femmes
Union θηλ chrétienne de jeunes femmes
foyer αρσ pour jeunes femmes
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

femme [fam] ΟΥΣ θηλ

1. femme (↔ homme):

2. femme (épouse):

ma/ta bonne femme μειωτ οικ

3. femme (adulte):

4. femme (profession):

femme-enfant <femmes-enfants> [famɑ͂fɑ͂] ΟΥΣ θηλ

ex-femme <ex-femmes> [ɛksfam] ΟΥΣ θηλ

sage-femme <sages-femmes> [saʒfam] ΟΥΣ θηλ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
femmes fpl
les femmes fpl
homme αρσ à femmes
Union θηλ chrétienne de jeunes femmes
foyer αρσ pour jeunes femmes

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

dev
dev
dev
dev