Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. idiot (idiote) [idjo, ɔt] ΕΠΊΘ

1. idiot (gén):

idiot (idiote)

2. idiot παρωχ ΙΑΤΡ:

idiot (idiote)
idiot παρωχ προσδιορ

II. idiot ΟΥΣ αρσ

1. idiot (gén):

idiot
idiot

2. idiot παρωχ ΙΑΤΡ:

idiot
idiot παρωχ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
idiot
idiotic question, reply, grin
idiot
inane person, conversation
idiot
faire l'idiot (with avec)
idiot/-e αρσ/θηλ
idiot/-e αρσ/θηλ
idiot/-e αρσ/θηλ
idiot/-e αρσ/θηλ
idiot/-e αρσ/θηλ

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. idiot(e) [idjo, idjɔt] ΕΠΊΘ

idiot(e)

ιδιωτισμοί:

II. idiot(e) [idjo, idjɔt] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

idiot(e)
idiot
tu me prends pour un idiot?
idiot du village οικ
village idiot
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
idiot(e) αρσ (θηλ)
idiot
idiot(e) αρσ (θηλ)
idiot(e) αρσ (θηλ)
idiot(e) αρσ (θηλ)
idiot(e)
idiot(e) αρσ (θηλ)
idiot(e) αρσ (θηλ)
bungling fool [or idiot]
idiot(e) αρσ (θηλ)
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. idiot(e) [idjo, idjɔt] ΕΠΊΘ

idiot(e)

ιδιωτισμοί:

II. idiot(e) [idjo, idjɔt] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

idiot(e)
idiot
tu me prends pour un idiot?
idiot du village οικ
village idiot
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
idiot(e) αρσ (θηλ)
idiot(e) αρσ (θηλ)
idiot(e) αρσ (θηλ)
idiot
idiot(e) αρσ (θηλ)
idiot(e) αρσ (θηλ)
idiot(e)
brainless idiot!
idiot(e) αρσ (θηλ)
bungling fool [or idiot]
idiot(e) αρσ (θηλ)

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "idiot" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev