Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. légume [leɡym] ΟΥΣ αρσ

1. légume κυριολ:

légume

2. légume οικ, μτφ, μειωτ:

légume
vegetable προσβλ

II. légume [leɡym] ΟΥΣ θηλ οικ

grosse légume
big wig βρετ οικ
grosse légume
big shot αμερικ οικ

épluche-légume <πλ épluche-légumes> [eplyʃleɡym] ΟΥΣ αρσ

hache-légumes, hache-légume <πλ hache-légumes> [ˈaʃleɡym] ΟΥΣ αρσ

coupe-légumes, coupe-légume <πλ coupe-légumes> [kupleɡym] ΟΥΣ αρσ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
légume αρσ primeur
grosse légume θηλ οικ
légume αρσ
légume αρσ à racine comestible
grosse légume θηλ αργκ
grosse légume θηλ οικ

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. légume [legym] ΟΥΣ αρσ

légume

II. légume [legym] ΟΥΣ θηλ

une grosse légume οικ
haché(e) fines herbes, légume
hâtif (-ive) fruit, légume
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
légume αρσ
légume αρσ
légume αρσ sec
légume αρσ à racine comestible
légume αρσ
légume αρσ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. légume [legym] ΟΥΣ αρσ

légume

II. légume [legym] ΟΥΣ θηλ

une grosse légume οικ
haché(e) fines herbes, légume
hâtif (-ive) fruit, légume
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
légume αρσ
légume αρσ sec
légume αρσ à racine comestible
légume αρσ
légume αρσ

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

une grosse légume οικ

Αναζήτηση "légume" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev