Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
γαλλικά
αγγλικά
lexic|al (lexicale) <αρσ πλ lexicaux> [lɛksikal, o] ΕΠΊΘ
- lexical (lexicale)
- lexical
- champ conceptuel/dérivationnel/lexical/sémantique
-
- trait sémantique/syntaxique/lexical
-
στο λεξικό PONS
- lexical
- lexical(e)
στο λεξικό PONS
- lexical
- lexical(e)
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.