Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
γαλλικά
αγγλικά
I. lunette [lynɛt] ΟΥΣ θηλ
II. lunettes ΟΥΣ θηλ πλ
1. lunettes (optiques):
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
lunette [lynɛt] ΟΥΣ θηλ
1. lunette πλ (verres):
2. lunette (instrument):
- lunette
-
αγγλικά
γαλλικά
-
- lunette θηλ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
lunette [lynɛt] ΟΥΣ θηλ
1. lunette πλ (verres):
2. lunette (instrument):
- lunette
-
αγγλικά
γαλλικά
-
- lunette θηλ