Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
γαλλικά
αγγλικά
pauvreté [povʀəte] ΟΥΣ θηλ
1. pauvreté (misère):
2. pauvreté (de mobilier, vêtements):
- pauvreté
-
3. pauvreté (médiocrité):
αγγλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
-
- pauvreté θηλ
-
- pauvreté θηλ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
-
- pauvreté θηλ
-
- pauvreté θηλ
Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
Αναζήτηση στο λεξικό
- paupérisme
- paupière
- paupiette
- pause
- pause-café
- pauvreté
- pavage
- pavane
- pavaner
- pavé
- paver