Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
γαλλικά
αγγλικά
I. piano [pjano] ΟΥΣ αρσ
1. piano (instrument):
2. piano (passage joué doucement):
- piano
- piano passage
II. piano [pjano] ΕΠΊΡΡ
III. piano [pjano]
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά