Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
γαλλικά
αγγλικά
prince [pʀɛ̃s] ΟΥΣ αρσ
1. prince (membre d'une famille souveraine):
I. prince-de-galles [pʀɛ̃sdəɡal] ΕΠΊΘ αμετάβλ
αγγλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά