Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. saisonn|ier (saisonnière) [sɛzɔnje, ɛʀ] ΕΠΊΘ

saisonnier (saisonnière)

II. saisonn|ier (saisonnière) [sɛzɔnje, ɛʀ] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

saisonnier (saisonnière) (ouvrier)
variations saisonnières ΟΙΚΟΝ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
migrant labour, labourer
seasonal change, unemployment, work, rainfall

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. saisonnier (-ière) [sɛzɔnje, -jɛʀ] ΕΠΊΘ (propre à la saison, limité à la saison)

saisonnier (-ière)

II. saisonnier (-ière) [sɛzɔnje, -jɛʀ] ΟΥΣ αρσ, θηλ

normales saisonnières
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. saisonnier (-ière) [sɛzɔnje, -jɛʀ] ΕΠΊΘ (propre à la saison, limité à la saison)

saisonnier (-ière)

II. saisonnier (-ière) [sɛzɔnje, -jɛʀ] ΟΥΣ αρσ, θηλ

normales saisonnières
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

dev
dev
dev
dev