Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
γαλλικά
αγγλικά
sang [sɑ̃] ΟΥΣ αρσ
1. sang ΦΥΣΙΟΛ:
2. sang (vie):
3. sang (violence):
4. sang (hérédité):
ιδιωτισμοί:
pur-sang <πλ pur-sang> [pyʀsɑ̃] ΟΥΣ αρσ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
sang [sɑ̃] ΟΥΣ αρσ
1. sang ΑΝΑΤ:
ιδιωτισμοί:
pur-sang <pur(s)-sang(s)> [pyʀsɑ̃] ΟΥΣ αρσ
αγγλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
αγγλικά
sang [sɑ͂] ΟΥΣ αρσ
1. sang ΑΝΑΤ:
pur-sang <pur(s)-sang(s)> [pyʀsɑ͂] ΟΥΣ αρσ
αγγλικά
γαλλικά