Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. gagnant (gagnante) [ɡaɲɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

gagnant billet, numéro, équipe, cheval:

gagnant (gagnante)
winning προσδιορ

II. gagnant (gagnante) [ɡaɲɑ̃, ɑ̃t] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

gagnant (gagnante) (personne)
winner (de qc in sth)
gagnant (gagnante) (billet)
jouer le gagnant ΙΠΠΟΔΡ

gagnant-gagnant [ɡaɲɑ̃ɡaɲɑ̃] ΕΠΊΘ αμετάβλ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
gagnant/-e αρσ/θηλ
to be the winner(s) ΑΘΛ, ΙΠΠΟΔΡ
to be on to a winner ΙΠΠΟΔΡ μτφ
to pick or spot the winner ΙΠΠΟΔΡ
winner takes all ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ
gagnant/-e αρσ/θηλ
gagnant/-e αρσ/θηλ
winning competitor, car, horse, team, entry, shot
conqueror ΑΘΛ
gagnant/-e αρσ/θηλ

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. gagnant(e) [gaɲɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

ιδιωτισμοί:

II. gagnant(e) [gaɲɑ̃, ɑ̃t] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
gagnant(e) αρσ (θηλ)
prizewinner of a game
gagnant(e) αρσ (θηλ)
second(e) gagnant(e) αρσ (θηλ)
gagnant(e) αρσ (θηλ)
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. gagnant(e) [gaɲɑ͂, ɑ͂t] ΕΠΊΘ

ιδιωτισμοί:

II. gagnant(e) [gaɲɑ͂, ɑ͂t] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
gagnant(e) αρσ (θηλ)
prizewinner of a game
gagnant(e) αρσ (θηλ)
second(e) gagnant(e) αρσ (θηλ)
grand(e) gagnant(e) αρσ (θηλ)
gagnant(e) αρσ (θηλ)

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

dev
dev
dev
dev