Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
αγγλικά
γαλλικά
stripe [βρετ strʌɪp, αμερικ straɪp] ΟΥΣ
1. stripe (on fabric, wallpaper):
2. stripe (on crockery):
- stripe
- filet αρσ
στο λεξικό PONS
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
-
- stripe
στο λεξικό PONS