Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

unconcerned [βρετ ʌnkənˈsəːnd, αμερικ ˌənkənˈsərnd] ΕΠΊΘ

1. unconcerned (uninterested):

unconcerned
indifférent (with à)
totally unconcerned , quite unconcerned

2. unconcerned (not caring):

unconcerned

3. unconcerned (untroubled):

unconcerned
he went on, unconcerned
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
insoucieux (insoucieuse)
unconcerned (de by)
détaché (détachée) air, expression, mine
detached, unconcerned

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

unconcerned [ˌʌnkənˈsɜ:nd, αμερικ -ˈsɜ:rnd] ΕΠΊΘ

unconcerned
to be unconcerned about/with/by sth
to be unconcerned that ...
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
unconcerned
to be unconcerned about sth
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

unconcerned [ˌʌn·kən·ˈsɜrnd] ΕΠΊΘ

unconcerned
to be unconcerned about/with/by sth
to be unconcerned that ...
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
unconcerned
to be unconcerned about sth

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

to be unconcerned about/with/by sth
to be unconcerned that ...

Αναζήτηση "unconcerned" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev