Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

inquiétude [ɛ̃kjetyd] ΟΥΣ θηλ

1. inquiétude (état):

inquiétude
avec inquiétude
soyez sans inquiétude
justifié (justifiée) impression, inquiétude, choix
violent (violente) inquiétude
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
avec inquiétude
inquiétude θηλ
avec inquiétude
inquiétude θηλ (about, over au sujet de)
inquiétude θηλ
inquiétude au sujet de qc
inquiétude θηλ
inquiétude θηλ

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

inquiétude [ɛ̃kjetyd] ΟΥΣ θηλ

inquiétude
être sans inquiétude sur qc
se raviver inquiétude, pessimisme
se dissiper doutes, craintes, soupçons, inquiétude
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
inquiétude θηλ parmi qn/dans le milieu de qc
inquiétude θηλ
exhiber son inquiétude au sujet de qc
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

inquiétude [ɛ͂kjetyd] ΟΥΣ θηλ

inquiétude
être sans inquiétude sur qc
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
inquiétude θηλ parmi qn/dans le milieu de qc
inquiétude θηλ
exhiber son inquiétude au sujet de qc
inquiétude θηλ
inquiétude à propos de qc

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "inquiétude" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev