Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

âgé (âgée) [ɑʒe] ΕΠΊΘ

âgé femme, homme:

âgé (âgée)
les personnes âgées de 15 à 35 ans

âge [ɑʒ] ΟΥΣ αρσ

1. âge (nombre d'années):

2. âge (vieillesse):

4. âge (époque):

âge ΓΕΩΛ
âge ΙΣΤΟΡΊΑ

ιδιωτισμοί:

Βλέπε επίσης

artère [aʀtɛʀ] ΟΥΣ θηλ

1. artère ΑΝΑΤ:

2. artère (voie):

ιδιωτισμοί:

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
the elderly + ρήμα πλ
les personnes θηλ πλ âgées
soins αρσ πλ aux personnes âgées
the aged + ρήμα πλ
les personnes âgées
âgé/-e de 20 à 25 ans
doyen αρσ (d'âge)

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

âgé(e) [ɑʒe] ΕΠΊΘ

âge [ɑʒ] ΟΥΣ αρσ

1. âge (temps de vie):

avoir l'âge de +infin
to be old enough to +infin

2. âge (ère):

ιδιωτισμοί:

Moyen Âge, Moyen-Âge [mwajɛnɑʒ] ΟΥΣ αρσ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
the aged πλ
les personnes âgées fpl
personnes fpl âgées
new age αμετάβλ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

âgé(e) [ɑʒe] ΕΠΊΘ

âge [ɑʒ] ΟΥΣ αρσ

1. âge (temps de vie):

avoir l'âge de +infin
to be old enough to +infin

2. âge (ère):

ιδιωτισμοί:

anti-âge [ɑ͂tiɑʒ] ΕΠΊΘ αμετάβλ

Moyen Âge, Moyen-Âge [mwajɛnɑʒ] ΟΥΣ αρσ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
les personnes fpl âgées
the aged πλ
les personnes âgées fpl
new age αμετάβλ
new age αρσ
personnes fpl âgées

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

âge αρσ

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

dev
dev
dev
dev