Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

T, t [te] ΟΥΣ αρσ <πλ T>

T
T, t
en (forme de) T

t'

t' → te

Βλέπε επίσης

te, (t' before vowel or mute h) [t(ə)] ΠΡΟΣΩΠ ΑΝΤΩΝ

1. te (objet direct):

2. te (objet indirect):

3. te (pronom réfléchi):

va-t-en-guerre <πλ va-t-en-guerre> [vatɑ̃ɡɛʀ] ΟΥΣ αρσ

qu'en-dira-t-on <πλ qu'en-dira-t-on> [kɑ̃diʀatɔ̃] ΟΥΣ αρσ

te, (t' before vowel or mute h) [t(ə)] ΠΡΟΣΩΠ ΑΝΤΩΝ

1. te (objet direct):

2. te (objet indirect):

3. te (pronom réfléchi):

T-shirt [tiʃœʀt] ΟΥΣ αρσ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

t ΟΥΣ θηλ

t συντομογραφία: tonne

t
t.
Βλέπε επίσης

tonne [tɔn] ΟΥΣ θηλ

1. tonne (unité):

2. tonne οικ (énorme quantité):

loads πλ

ιδιωτισμοί:

T, t [te] ΟΥΣ αρσ αμετάβλ

T
T
T
t
en t
t for Tare αμερικ

t' ΑΝΤΩΝ

t' → te, → tu

Βλέπε επίσης

tu(e) [ty] ΡΉΜΑ

tu μετ passé de taire

I. tu <inf, devant voyelle ou h muet t'> [ty] ΑΝΤΩΝ πρόσ

II. tu <inf, devant voyelle ou h muet t'> [ty] ΟΥΣ αρσ

to use "tu" with sb

te <devant voyelle ou h muet t'> [tə] ΑΝΤΩΝ πρόσ

I. taire [tɛʀ] ανώμ ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. taire (être silencieux, faire silence):

2. taire (s'abstenir de parler):

II. taire [tɛʀ] ανώμ ΡΉΜΑ μεταβ

1. taire (celer):

2. taire (refuser de dire):

taire vérité

III. taire [tɛʀ] ανώμ ΡΉΜΑ αμετάβ

va-t-en-guerre [vatɑ̃gɛʀ] ΟΥΣ αρσ αμετάβλ

qu'en-dira-t-on [kɑ̃diʀatɔ̃] ΟΥΣ αρσ αμετάβλ

t-shirt [tiʃœʀt] ΟΥΣ αρσ

t-shirt συντομογραφία: tee-shirt

Βλέπε επίσης

tee-shirt <tee-shirts> [tiʃœʀt] ΟΥΣ αρσ

P et T [peete] ΟΥΣ

P et T πλ συντομογραφία: Postes et Télécommunications

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
t
t θηλ
t-shirt αρσ
T
T αρσ
T
t αρσ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

t ΟΥΣ θηλ

t συντομογραφία: tonne

t
t.
Βλέπε επίσης

tonne [tɔn] ΟΥΣ θηλ

1. tonne (unité):

2. tonne οικ (énorme quantité):

loads πλ

ιδιωτισμοί:

T, t [te] ΟΥΣ αρσ αμετάβλ

T
T
T
t
en t

t' ΑΝΤΩΝ

t' → te, tu

Βλέπε επίσης

tu(e) [ty] ΡΉΜΑ

tu μετ passé de taire

I. tu <inf, devant voyelle ou h muet t'> [ty] ΑΝΤΩΝ πρόσ

II. tu <inf, devant voyelle ou h muet t'> [ty] ΟΥΣ αρσ

to use “tu” with sb

te <devant voyelle ou h muet t'> [tə] ΑΝΤΩΝ πρόσ

I. taire [tɛʀ] ανώμ ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. taire (être silencieux, faire silence):

2. taire (s'abstenir de parler):

II. taire [tɛʀ] ανώμ ΡΉΜΑ μεταβ

1. taire (celer):

2. taire (refuser de dire):

taire vérité

III. taire [tɛʀ] ανώμ ΡΉΜΑ αμετάβ

qu'en-dira-t-on [kɑ͂diʀato͂] ΟΥΣ αρσ αμετάβλ

t-shirt [tiʃœʀt] ΟΥΣ αρσ

t-shirt συντομογραφία: tee-shirt

Βλέπε επίσης

tee-shirt <tee-shirts> [tiʃœʀt] ΟΥΣ αρσ

va-t-en-guerre [vatɑ͂gɛʀ] ΟΥΣ αρσ αμετάβλ

T.T.C. [tetese]

T.T.C. συντομογραφία: toutes taxes comprises

T.T.C.

T.N.T.1 [teɛnte] ΟΥΣ αρσ

T.N.T. συντομογραφία: trinitrotoluène

T.N.T.

T.N.T.2 [teɛnte] ΟΥΣ θηλ αμετάβλ

T.N.T. συντομογραφία: Télévision Numérique Terrestre

T.N.T.
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
t-shirt αρσ

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "t" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev