Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

II. génér|al ΟΥΣ αρσ

1. génér|al ΣΤΡΑΤ:

2. génér|al ΘΡΗΣΚ (supérieur):

3. génér|al ΦΙΛΟΣ:

III. générale ΟΥΣ θηλ

1. générale ΘΈΑΤ:

2. générale (épouse de général):

IV. génér|al (générale) <αρσ πλ généraux> [ʒeneʀal, o]

≈ air chief marshal βρετ
≈ general αμερικ
général de brigade ΣΤΡΑΤ
≈ brigadier βρετ
général de brigade ΣΤΡΑΤ
≈ brigadier general αμερικ
≈ air commodore βρετ
≈ brigadier general αμερικ
≈ air marshal βρετ
≈ lieutenant general αμερικ
général de division ΣΤΡΑΤ
≈ air vice marshal βρετ
≈ major general αμερικ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
frais αρσ πλ généraux
frais αρσ πλ généraux essentiels
États αρσ πλ généraux
frais αρσ πλ généraux
frais αρσ πλ généraux
frais αρσ πλ généraux
États αρσ πλ Généraux
generalized discontent, hostility
generalized accusation, conclusion, information, promise, statement

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

général <-aux> [ʒeneʀal, o] ΟΥΣ αρσ

général(e) <-aux> [ʒeneʀal, o] ΕΠΊΘ

1. général (commun, collectif):

2. général (vague):

3. général (qui embrasse l'ensemble):

4. général (total):

ιδιωτισμοί:

président-directeur général (présidente-directrice générale) <présidents-directeurs généraux> [pʀezidɑ̃diʀɛktœʀʒeneʀal] ΟΥΣ αρσ, θηλ

président-directeur général (présidente-directrice générale)
président-directeur général (présidente-directrice générale)
chief executive officer αμερικ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
ouvrages mpl généraux
avocat(e) αρσ (θηλ) général(e)
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

général(e) <-aux> [ʒeneʀal, -o] ΕΠΊΘ

1. général (commun, collectif):

2. général (vague):

3. général (qui embrasse l'ensemble):

4. général (total):

ιδιωτισμοί:

général <-aux> [ʒeneʀal, -o] ΟΥΣ αρσ

président-directeur général (présidente-directrice générale) <présidents-directeurs généraux> [pʀezidɑ͂diʀɛktœʀʒeneʀal] ΟΥΣ αρσ, θηλ

président-directeur général (présidente-directrice générale)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
ouvrages mpl généraux
avocat (e) αρσ (θηλ) général(e)
directeur (-trice) αρσ (θηλ) général(e)

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

commutateur général

contacteur général

dev
dev
dev
dev