Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

épaule [epol] ΟΥΣ θηλ

1. épaule ΑΝΑΤ:

épaule
épaule contre épaule

2. épaule ΜΑΓΕΙΡ:

épaule

ιδιωτισμοί:

I. épaulé (épaulée) [epole] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ

épaulé → épauler

II. épaulé (épaulée) [epole] ΕΠΊΘ

épaulé vêtement:

Βλέπε επίσης

I. épauler [epole] ΡΉΜΑ μεταβ

1. épauler (aider):

épauler personne

2. épauler (mettre à l'épaule):

épauler ΚΥΝΉΓΙ, ΣΤΡΑΤ fusil

3. épauler (rembourrer):

4. épauler ΟΙΚΟΔ:

II. épauler [epole] ΡΉΜΑ αμετάβ

épauler ΚΥΝΉΓΙ, ΣΤΡΑΤ

I. épauler [epole] ΡΉΜΑ μεταβ

1. épauler (aider):

épauler personne

2. épauler (mettre à l'épaule):

épauler ΚΥΝΉΓΙ, ΣΤΡΑΤ fusil

3. épauler (rembourrer):

4. épauler ΟΙΚΟΔ:

II. épauler [epole] ΡΉΜΑ αμετάβ

épauler ΚΥΝΉΓΙ, ΣΤΡΑΤ

épaulé-jeté <πλ épaulés-jetés> [epoleʒəte] ΟΥΣ αρσ

dodu (dodue) personne, épaule, volaille
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
épaule θηλ rembourrée

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

épaule [epol] ΟΥΣ θηλ ΑΝΑΤ

épaule

I. épauler [epole] ΡΉΜΑ μεταβ

1. épauler (aider):

to help sb (out)

2. épauler (appuyer):

II. épauler [epole] ΡΉΜΑ αμετάβ

III. épauler [epole] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. épauler (s'entraider):

2. épauler (s'appuyer):

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
épaule θηλ
épaule θηλ
épaule θηλ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

épaule [epol] ΟΥΣ θηλ ΑΝΑΤ

épaule

I. épauler [epole] ΡΉΜΑ μεταβ

1. épauler (aider):

to help sb (out)

2. épauler (appuyer):

II. épauler [epole] ΡΉΜΑ αμετάβ

III. épauler [epole] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. épauler (s'entraider):

2. épauler (s'appuyer):

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
épaule θηλ
épaule θηλ
épaule θηλ
Présent
j'épaule
tuépaules
il/elle/onépaule
nousépaulons
vousépaulez
ils/ellesépaulent
Imparfait
j'épaulais
tuépaulais
il/elle/onépaulait
nousépaulions
vousépauliez
ils/ellesépaulaient
Passé simple
j'épaulai
tuépaulas
il/elle/onépaula
nousépaulâmes
vousépaulâtes
ils/ellesépaulèrent
Futur simple
j'épaulerai
tuépauleras
il/elle/onépaulera
nousépaulerons
vousépaulerez
ils/ellesépauleront

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "épaule" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev