Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

odeur [ɔdœʀ] ΟΥΣ θηλ

odeur
smell (de of)
(bonne) odeur
(mauvaise) odeur
sans odeur crème, lotion, pommade
sans odeur produit de nettoyage
odourless βρετ
Βλέπε επίσης

sainteté [sɛ̃tte] ΟΥΣ θηλ

1. sainteté:

2. sainteté (titre):

ιδιωτισμοί:

ammoniacal (ammoniacale) odeur
of ammonia après ουσ
vireux (vireuse) odeur
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
odeur θηλ corporelle
mauvaise odeur θηλ
odeur θηλ
odeur θηλ also μειωτ (of de)
odeur θηλ corporelle
stench μτφ
odeur θηλ nauséabonde
odeur θηλ fétide

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

odeur [ɔdœʀ] ΟΥΣ θηλ

odeur
sans odeur
odourless βρετ
sans odeur
odorless αμερικ
nuisant(e) bruit, odeur
âcre fumée, odeur, saveur
suffocant(e) fumée, odeur
alléchant(e) odeur, plat
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
odeur θηλ
odeur θηλ
odeur θηλ corporelle
odeur θηλ de renfermé
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

odeur [ɔdœʀ] ΟΥΣ θηλ

odeur
sans odeur
âcre fumée, odeur, saveur
suffocant(e) fumée, odeur
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
odeur θηλ
odeur θηλ
odeur θηλ corporelle
odeur θηλ de renfermé

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

se diffuser bruit, chaleur, odeur
prendre qn à la gorge odeur
to get in sb's nose
émaner de qn/qc autorité, charme, odeur, lumière, chaleur
to emanate from sb/sth

Αναζήτηση "odeur" σε άλλες γλώσσες

dev
dev
dev
dev