Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Έχεις ήδη συνδρομή στο PONS;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur εδώ.

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

médias sociaux [medja sɔsjo] ΟΥΣ αρσ πλ

médias sociaux

I. soc|ial (sociale) <αρσ πλ sociaux> [sɔsjal, o] ΕΠΊΘ

1. social (relatif à la vie en société):

social (sociale) rapports, phénomène, conventions, climat, politique

2. social (propre à la société):

social (sociale) catégorie, classe, inégalités, justice, cohésion

3. social (relatif au travail):

II. soc|ial ΟΥΣ αρσ

soc|ial αρσ:

social-libéralisme [sɔsjallibeʀalism] ΟΥΣ αρσ ΠΟΛΙΤ

social-libéral (sociale-libérale) <αρσ πλ sociaux-libéraux> [sɔsjallibeʀal, o] ΕΠΊΘ ΟΥΣ αρσ (θηλ) ΠΟΛΙΤ

social-libéral (sociale-libérale)

social-démocrate (sociale-démocrate) <αρσ πλ sociaux-démocrates> [sɔsjaldemɔkʀat, sɔsjodemɔkʀat] ΕΠΊΘ ΟΥΣ αρσ (θηλ)

social-démocrate (sociale-démocrate)

social-démocratie [sɔsjaldemɔkʀasi] ΟΥΣ θηλ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
logements αρσ πλ sociaux
services αρσ πλ sociaux
médias αρσ πλ sociaux
logements αρσ πλ sociaux

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

social(e) <-aux> [sɔsjal, jo] ΕΠΊΘ

benefits πλ βρετ
≈ welfare αμερικ

social <-aux> [sɔsjal, jo] ΟΥΣ αρσ

1. social (questions sociales):

2. social (politique):

social-démocratie <social-démocraties> [sɔsjaldemɔkʀasi] ΟΥΣ θηλ

social-démocrate (sociale-démocrate) <sociaux-démocrates> [sɔsjaldemɔkʀat, sɔsjodemɔkʀat] ΕΠΊΘ ΟΥΣ αρσ, θηλ

social-démocrate (sociale-démocrate)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
avantages mpl sociaux
services mpl sociaux
logements mpl sociaux
cité θηλ de logements sociaux
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

social(e) <-aux> [sɔsjal, -jo] ΕΠΊΘ

social <-aux> [sɔsjal, -jo] ΟΥΣ αρσ

1. social (questions sociales):

2. social (politique):

social-démocratie <social-démocraties> [sɔsjaldemɔkʀasi] ΟΥΣ θηλ

social-démocrate (sociale-démocrate) <sociaux-démocrates> [sɔsjaldemɔkʀat, sɔsjodemɔkʀat] ΕΠΊΘ ΟΥΣ αρσ θηλ (θηλ)

social-démocrate (sociale-démocrate)

Comité économique et social ΟΥΣ αρσ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
services mpl sociaux
avantages mpl sociaux

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

dev
dev
dev
dev