Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
αγγλικά
γαλλικά
joy [βρετ dʒɔɪ, αμερικ dʒɔɪ] ΟΥΣ
1. joy (delight):
2. joy (pleasure):
traveller's joy ΟΥΣ
- unconfined joy
-
γαλλικά
αγγλικά
-
- joys
στο λεξικό PONS
αγγλικά
γαλλικά
joy [dʒɔɪ] ΟΥΣ
1. joy (gladness):
στο λεξικό PONS
αγγλικά
γαλλικά